ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΓΑΖΙΟΥ | ΓΑΖΙ | ΚΑΛΕΣΑ | ΡΟΓΔΙΑ | ΦΟΔΕΛΕ | ΑΧΛΑΔΑ | ΑΓΙΑ ΠΕΛΑΓΙΑ | ΑΜΜΟΥΔΑΡΑ | ΑΜΟΥΔΑΡΑ | ΗΡΑΚΛΕΙΟ | ΚΡΗΤΗ | ΕΛΛΑΔΑ
| αρχική | επικοινωνία
 
e-mail : info@silogosgaziou.gr
 
 
 
 
 
Ρογδιά
 
ΡΟΓΔΙΑ : Το τοπωνύμιο είναι φυτώνυμο και απαντά ήδη το 1248 σε έγγραφο του κατάστιχου των Μοναστηριών και των Εκκλησιών του κοινού ως «Ροδέα με το κάστρο», υποδηλώνοντας προφανώς το Γενουάτικο, ή προγενέστερο, κάστρο που βρισκόταν τότε στη θέση του Βενετσιάνικου οχυρού του Παλαιοκάστρου
Γεωγραφική θέση : η Ροδιά (ή Ρογδιά) βρίσκεται σε θέση ιδιαίτερα προνομιακή, στην πλαγιά της Μαρμαροκεφάλας (υψόμ. 300μ) πάνω από την κοι¬λάδα του Παλαιοκάστρου, 16 περίπου χλμ. βορειο¬δυτικά του Ηρακλείου. Τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται ραγδαία σε οι¬κιστικό κέντρο υψηλής ποιοτητας κατοικίες. Δε συμβαίνει όμως το ίδιο στις μικρές παράλιες ζώνες της Παντάνασσας και του Παλαίκαστρου, όπου η άναρχη και αυθαίρετη δόμηση έχει δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα. Χαρακτηρίζεται ορεινή περιοχή, έχει έκταση 21,6 τ.χλμ., ενώ το μέσο υψόμετρο της περιοχής είναι 237 μ.
Πληθυσμός : Μια από τις αρχαιότερες μνείες του οικισμού βρίσκεται σε πράξη του 1356 του Αρχείου του Δούκα της Κρήτης, όπου ο οικισμός αναφέρεται ταυτόχρονα ως Ροδέα και ως «Κερά Ροδέα» με την Αγ. Μαρίνα και την Αγ. Άννα. Στο ίδιο έγγραφο περιλαμβάνονται αρκετά τοπωνύμια της ευρύτερης κτηματικής περιφέρειας της Ροδιάς. Ανάμεσα σ’ αυτά το «Άγιο Κερατίνι», η «Βουρκία», η «Σκορπιστή», το «Χωνί» και η «Παλαικκλησιά που ονομάζεται Αγ. Παύλος» Μερικές δεκαετίες αργότερα, το 1395, ο οικισμός μνημονεύεται ξανά σε δικαστική απόφαση του Δουκικού Αρχείου του Χάνδακα, ως χωριό με το όνομα Κερά Ροδέα, προσωνυμία που συνοδεύει το σημερινό όνομα του οικισμού σε όλα σχεδόν τα έγγραφα και τους χάρτες της Βενετοκρατίας. Στα γνωστά χωρογραφικά σχεδιάσματα του Βενετού μηχανικού Fr. Basilicata της πρώτης τριακονταετίας του 17ου αι.
Αποτυπώνονται εκτός από τον ίδιο τον οικισμού, τα βουνά της Κερά Ροδέας, καθώς και ο δρόμος που οδηγεί από την κοιλάδα και την παραλία του Παλαιοκάστρου στην Κερά Ροδέα. Παρά το γεγονός όμως ότι σημειώνεται σε χάρτες και έγγραφα της Βενετοκρατίας, η Ροδιά δεν αναφέρεται στις απογραφές της ίδιας περιόδου. Η πρώτη απογραφή στην οποία εμφανίζεται το όνομα του οικισμού, και μάλιστα με τη σημερινή του μορφή, είναι η τουρκική του 1671 που έγινε δυο χρόνια μετά την τουρκική κατάληψη για την επιβολή κεφαλικού φόρου, όπου αναφέρεται ως Rodya με 9 χαράτσια.
Στην περίοδο της αιγυπτιοκρατίας (1830-1840), στην απογραφή που έγινε το 1832-1833, αναγράφεται ως Rogdhia με 50 χριστιανικές οικογένειες. Ο Άγγλος περιηγητής R. Pashley, ο οποίος επισκέφτηκε τον οικισμό το 1834, σημειώνει ότι ο πληθυσμός ανερχόταν στις 25 οικογένειες ενώ παλαιότερα υπήρχαν 80. Ιδιαίτερα σημαντική για την οικιστική ιστορία της Ροδιάς είναι η παρατήρηση του ίδιου ότι κατά την επίσκεψή του όλα τα παλιά σπίτια είχαν καταστραφεί από τους μωαμεθανούς και είχαν αντικατασταθεί με καινούρια. Στην απογραφή του 1881 περιλαμβάνεται ως Ροδιά στο δήμο Τυλίσσου με 388 χριστιανούς κατοίκους. Στο ίδιο δήμο αναφέρεται το 1900 με 606 κατοίκους, ενώ το 1928 έδρα κοινότητας με 703 κατοίκους.
Το 1991 σύμφωνα με την απογραφή της Ε.Σ.Υ.Ε. κατοικείται από 1066 κατοίκους, από τους οποίους οι 734 στον οικισμό της Ρογδιάς, οι 13 στον οικισμό «Καπετανάκη μετόχι», οι 127 στα Λινοπεράματα, οι 37 στη Μονή Σαββαθιανών, οι 92 στο Παλαίκαστρο και οι υπόλοιποι 63 στον οικισμό Παντάνασσα, με πληθυσμιακή πυκνότητα 49,35 κατοίκους ανά τ.χλμ.
Σήμερα, σύμφωνα με τα τελευταία απογραφικά στοιχεία του 2001, ο συνολικός πληθυσμός της Ρογδιάς με τους οικισμούς της, ανέρχεται στους 1319 κατοίκους με πληθυσμιακή πυκνότητα 61 κατοίκους ανά τ.χλμ. Το 1998 η κοινότητα Ρογδιάς καταργήθηκε και από τότε αποτελεί Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Γαζίου.
Οικονομική δραστηριότητα
I. Πρωτογενής τομέας : Η περιοχή διαθέτει 16000 στρέμματα καλλιεργούμενης έκτασης, από τα οποία το 50% είναι ελιές, το 17% αμπέλια και το υπόλοιπο 33% χορτολιβαδικές εκτάσεις. Η περιοχή δε διαθέτει πολλά νερά και οι αρδευόμενες εκτάσεις είναι περιορισμένες, ενώ οι χορτολιβαδικές ανήκουν αποκλειστικά στη Μονή Σαββαθιανών. Λίγοι αλιείς υπάρχουν στο Παλαίκαστρο, όπου υπάρχει αλιευτικό καταφύγιο.
II. Δευτερογενής τομέας : Υπάρχουν κάποιες βιοτεχνίες (αργαλειοί), για τουριστικούς κυρίως λόγους.
III. Τριτογενής τομέας : Ο τουρισμός της περιοχής έχει να κάνει κυρίως με παραθεριστική ή δεύτερη κατοικία των κατοίκων του Ηρακλείου και η δραστηριότητα που κυριαρχεί είναι η παροχή υπηρεσιών στον τομέα του φαγητού. Μικρός αριθμός ενοικιαζόμενων δωματίων υπάρχει στον Όρμο του Παλαίκαστρου.
Χωροταξική και πολεοδομική οργάνωση : Η γρήγορη οικιστική ανάπτυξη της παραλιακής περιοχής δημιουργεί πολλά προβλήματα. Υπάρχει ανάγκη κατασκευής νέων δρόμων για πρόσβαση στους οικισμούς και τις παραλίες. Επίσης, έχουν παρατηρηθεί πολλά αυθαίρετα κτίσματα στον οικισμό Παλαιοκάστρου, για το οποίο χρειάζεται να εκπονηθεί πολεοδομική μελέτη επέκτασης.
Κοινωνική και τεχνική υποδομή : Στον οικισμό της Ροδιάς λειτουργούν νηπιαγωγείο και Δημοτικό σχολείο, ιατρείο, αστυνομία, γραφείο του ΟΤΕ. Λειτουργεί επίσης, πολιτιστικός και αθλητικός σύλλογος και υπάρχει ένα γήπεδο ποδοσφαίρου. Η συγκοινωνία εξυπηρετείται με δρομολόγια του ΚΤΕΛ. Υπάρχει δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης.
Μνημεία : Στους οικισμούς της Ροδιάς, των Λινοπεραμάτων, της Παντάνασσας και του Παλαιοκάστρου βρίσκονται διάσπα¬ρτες ενετικές επαύλεις, με γνωστότερη εκείνη των Καλλέργηδων στη Ροδιά, η οποία αποτελεί και το μοναδικό δείγμα ιδιω¬τι¬κής κατοικίας που σώθηκε από την περίοδο της Ενετοκρατίας. Το ενετικό Μέγαρο των Γεωργίου και Φραγκίσκου Μοδινών, φεουδαρχών της περιοχής, κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο.
Η Χρυσοπήγη : Ο Ναός της Παναγιάς της Χρυσοπηγής, ο οποίος υπάγεται στη μονή των ΣΑΒΑΘΙΑΝΩΝ βρίσκεται σε μικρή απόσταση από βορειοδυτικές παρυφές του οικισμού , στο επαρχιακό δρόμο Ροδιάς-Αχλάδας. Στο κατάστιχο των Μοναστηριών και εκκλησιών του 1635 αναφέρεται ως Παναγιά η Χρυσοπήγη στη θέση «στου Κούκου» τοπωνύμιο με το οποίο είναι γνωστή ακόμα και σήμερα η περιοχή και ιδιαίτερα ο εντυπωσιακός νερόμυλος που σώζεται κοντά στο ναό. Το σημερινό εκκλησιαστικό κτίριο ανεγέρθηκε το 1954 πάνω στα ερείπια του ναού της Βενετοκρατίας με την φροντίδα της ηγουμένης της μονής των Σαββαθιανών Μελ.Βρυωνάκη. Σε μαρμάρινη πλάκα πάνω από την εισόδου της δυτικής πλευράς αναγράφεται «ΑΝΗΓΕΡΣΗ ΥΠΟ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΜΕΛ. ΒΡΥΟΝΑΚΗ. 25-09-1954»
Η Πέρα βρύση και ο υδάτινος πλούτος της Ροδιάς : Σημαντικοί μάρτυρες του παλαιότερου υδάτινου πλούτου της Ροδιάς, εκτός από το πλήθος των υδρωνύμων και τις μνείες του οικισμού ως «κατάρρυτου» σε βιβλία των αρχών του αιώνα, αποτελούν οι κρήνες και τα «καβούσια» της ευρύτερης περιοχής. Στον κεντρικό δρόμο που διασχίζει το χωριό βρίσκεται κρήνη, γνωστή ως «Πέρα Βρύση» με εντοιχισμένο ανάγλυφο. Στο ανάγλυφο παριστάνεται ακέφαλη μιξογενής μορφή με ιμάτιο, που αποδίδεται στον τραγοπόδαρο θεό Πάν. Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, ο θεός Παν, κατά μια εκδοχή γιος του Ερμή και μιας κόρης του Δρύοπα, γεννήθηκε με πόδια και ουρά τράγου και διέσχιζε, τα βουνά χοροπηδώντας και παίζοντας που βρίσκονταν από τη μια και από την άλλη πλευρά της κρήνης ενώ αποκαλύφθηκε μέσα στις επιχώσεις η κεφαλή του γλυπτού.
Ενοριακός Ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στη Ροδιά : Ο ιερός Ναός της Μεταμορφώσεως του σωτήρος λειτουργεί ως ενοριακός ναός της Ροδιάς για όσο χρονικό διάστημα απαιτείται ώστε να ολοκληρωθούν οι εργασίες ανακαίνισής του παλαιότερου ενοριακού ναού της Παναγίας. Ο Ναός της Μεταμορφώσεως, του Σωτήρος οικοδομήθηκε πάνω στα θεμέλια παλαιότερου ομώνυμου ναού, όπου υπήρχε και το νεκροταφείο του χωριού. Άρχισε να οικοδομείται το 1984. Είναι τρίκλιτος σε ρυθμό Βασιλικής μετά τρούλου. Το κεντρικό κλίτος είναι αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος και τα αλλά δύο κλίτη. Είναι αφιερωμένα στο Μωυσή και στον προφήτη Ηλία. Διασώζονται εικόνες από τον παλαιό ναό, που χρονολογούνται γύρω στο 1910. Γιορτάζει την 6η Αυγούστου.
Άλλα εκκλησιαστικά μνημεία της περιοχής : Ο πλούτος των εκκλησιαστικών τοπωνυμίων, που επιχωριάζουν στην ευρύτερη περιοχή της Ροδιάς, σε συνδυασμό με τα αταύτιστα ερείπια σε διάφορες θέσεις της περιφέρειας του οικισμού, τα οποία εικάζεται ότι αποτελούν κατάλοιπα εκκλησιαστικών μνημείων, υπαγορεύει την συστηματικότερη έρευνα και καταγραφή τους.
Αξίζει να επισημανθεί ότι στην εκκλησιαστική καταγραφή του 1635 μνημονεύεται στη Ροδιά, εκτός από το ναό της Παναγίας και ένας δεύτερος που επονομάζεται <<στο Χωστό>>. Στο ίδιο κατάστιχο μαρτυρούνται στην περιφέρεια του χωριού ο ναός του Χριστού << στου Φιου τον ποταμό>> και η εκκλησία του Αγ, Γεωργίου στα <<Σταυράκια>> περιοχή που σχετίζεται πιθανότατα με το τοπωνύμιο <<Στα Σταβρά>> γνωστό από έγγραφο του τουρκικού Ιεροδικείου.
Ερείπια εκκλησιαστικού κτίσματος που αποδίδονται από τους κατοίκους της Ροδιάς στον Αγ. Γεώργιο, βρίσκονται στην παράκτια ζώνη του Παλαιοκάστρου, τα δυο παραπάνω τοπωνυμία όμως είναι άγνωστα στους ντόπιους. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τα γεωμορφολογία χαρακτηριστικά του τοπίου, μας επιτρέπει να υποθέσουμε ότι πρόκειται για λανθασμένη γραφή του τοπωνυμίου από τους Βενετούς και στην συνεχεία από τους Τούρκους. Μια πρόταση αποκατάστασης του θα μπορούσε να είναι <<Στα Βράχια>>, δεδομένου ότι η περιοχή είναι βραχώδης.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η μνεία του εκκλησιαστικού τοπωνυμίου του Αγ Παύλου, που ακόμα και σήμερα αποτελεί τοπογραφικό γρίφο, σε έγγραφο της Βενετοκρατίας. Σε νοταριακή πράξη του 1356 αναφέρεται η <<Παλαιοκκλησία>> που ονομάζεται Αγ. Παύλος στην ευρύτερη περιοχή της Ροδιάς, υποδηλώνοντας την ύπαρξη ναού ήδη παλαιού ή ερειπωμένου κατά το έτος 1356 . Περιοχή εξάλλου με το ίδιο τοπωνύμιο βρίσκεται στο ύψωμα Σκορπιστή <υψομ.310μ.> απέναντι από το δρόμο για την Αχλάδα. Οπού είναι πιθανό κατά τον Ελ. Πλατάκη να υπήρχε ναός του Αγ, Παύλου.
Ο ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΡΟΓΔΙΑΣ : Δίπλα στη βενετσιάνικη έπαυλη, στο κέντρο του χωριού, βρίσκετε ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά μνημεία της δημοτικής περιφέρειας Γαζιού, ο ναός της Παναγίας της Ροδέας με ερειπωμένο παρεκκλήσιο προσαρτημένο στο βορειοανατολικό του τμήμα. Το αρχικό κτίριο που χρονολογείται στη μεσοβυζαντινή περίοδο, ανήκε πιθανόν στον αρχιτεκτονικό τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλο Τμήματα της τοιχοποιίας από τον αρχικό ναό διατηρούνται στη βόρεια, στην ανατολική και στην νότια πλευρά. Τα χαρακτηριστικά της τοιχοδομίας της βόρειας πλευράς και συγκεκριμένα οι εγχαράξεις που μιμούνται ισόδυμη τοιχοποιία, τα τυφλά αψιδώματα με μικρές κόγχες διακοσμητικού χαρακτήρα και η τεχνική της κρυμμένης πλίνθου στα τόξα συνδέουν την αρχιτεκτονική του ναού με την σχολή της Κωνσταντινούπολης, αποτελώντας παράλληλα τεκμήρια μιας ιδιαίτερα επιμελημένης κατασκευής του 11ου-12ου αιώνα.
Κατά την περίοδο της βενετοκρατίας ο σταυροειδής εγγεγραμμένος με τρούλο ναός μετατράπηκε σε μονόχωρο μεγάλων διαστάσεων, ενσωματώνοντας τμήματα των παλαιότερων αρχιτεκτονικών φάσεων. Εργασίες ανακαίνισης κατά τις οποίες κατασκευάστηκαν τα οξυκόρυφα τυφλά αψιδώματα της εσωτερικής πλευράς του βόρειου και νότιου τοίχου, πραγματοποιήθηκαν το 13ου αιώνα, προφανώς μετά από κάποια καταστροφή, ενώ στα μέσα της ίδιας εκατονταετίας ο ναός τοιχογραφήθηκε. Τρεις αιώνες αργότερα, το 16ο αιώνα, ο ναός της Παναγιας της Ροδεας ανακαινίσθηκε και πάλι. Το δυτικό τυφλό αψίδωμα στην εσωτερική όψη του νότιου τοίχου μετατράπηκε σε ημικυκλικό για τη διάνοιξη του υπερκείμενου παράθυρου και κατασκευάστηκαν η καμάρα , τα μεγάλα ορθογώνια παράθυρα στους μακρούς τοίχους , το θύρωμα στο νότιο τοίχο, τη εμφανής ισίδομη τοιχοποιία στην εσωτερική όψη του νότιου τοίχου που εδράζεται σε δύο παραστάδες, αναγράφεται το έτος 1553 ενώ στο κέντρο βρίσκεται οικόσημα της οικογένειας Καλλέργη <θυρεός με Τελαμώνας , λοξές ταινίες δηλαδή οι οποίες κατευθύνονται από αριστερά προς τα δεξιά> Οικόσημα της ίδιας οικογένειας είναι εντοιχισμένο στο αέτωμα της ανατολικής πλευράς, πάνω από κυκλικό φεγγίτη. Επιγραφική μαρτυρία διακρίνεται στο βόρειο εξωτερικό τοίχο πρόκειται για εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα, διαμέτρου 0,32.0,32μ με εγχάρακτη επιγραφή και χρονολογία 1593.
Στο κατάστιχο των μοναστηριών και των εκκλησιών του Χάνδακα του 1635, ο ναός της Θεοτόκου περιλαμβάνεται στις εκκλησίες που δηλώνει ο Nicolo στο χωριό Κερά Ροδέα. Η οικογένεια Lombardo περιλαμβάνεται στην απογραφή του Trivan <1644> στους Βενετούς ευγενείς του Χάνδακα και στους Κρητικούς ευγενείς του Ρεθύμνου. Στην ίδια απογραφή οι Lombrando συγκαταλέγονται στις οικογένειες που κατείχαν την κρητική ευγένεία διότι είχαν εκπέσει από τη βενετική. Η σχέση της οικογένειας με τη ροδιά είναι γνωστή τουλάχιστον από το 1577,έτος κατά το οποίο ο Θεοδόσιος κυνηγός, Ηγούμενος του μοναστηριού του Αγ Ιωάννη του Φαραγγίτη στην περιφέρεια της Ροδιάς, καθιστά πληρεξούσια για την διεκπεραίωση υπόθεσης του μοναστηριού Lombardo κάτοικο Βενετίας. Σημαντικές πληροφορίες για την οικοδομική ιστορία του ναού κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, παρέχει το γνωστό έγγραφο του Ιεροδικείου Ηρακλείου του 1745 που αναφέρεται στην άδεια <επιδιόρθωσης>των ερειπωμένων εκκλησιών της επαρχίας Μαλεβιζιου μεταξύ των οποίων και ο ναός της Θεοτόκου. Στο ίδιο έγγραφο καθορίζονται τα τμήματα του ναού που θα ανακαινισθούν.
Τα τμήματα είναι :
• Η εξωτερική προς τη δημόσια οδό θύρα
• Τοίχος του ναού
• Τα παράθυρα με τα παραθυρόφυλλα
• Η θύρα της νοτιοανατολικής πλευράς
• Τα θυρόφυλλα
• Τα δυο μικρά τόξα της εκκλησιάς
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΓΕΝΕΣΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΣΑΒΒΑΘΙΑΝΩΝ : Ονομαστό μοναστήρι που βρίσκεται σε μια περιοχή εξαιρετικής ομορφιάς, με πελώρια δέντρα και αγρία βλάστηση, με ωραία θέα και πολλές μνήμες από παλαιότερες εποχές. Η απόσταση του από το Ηράκλειο είναι 20 χιλιόμετρα, αλλά μετά το χωριό Ρογδια ο δρόμος που οδηγεί ως εκεί είναι αγροτικός. Είναι ένα από τα πολλά μοναστήρια που λειτουργούσαν το 17 αιώνα γύρω από την πρωτεύουσα της Βενετοκρατούμενης Κρήτης, το Χάνδακα (σημερινό Ηράκλειο ).
Επί ενετοκρατίας ονομαζόταν ‘‘Μονή του κυρ Σαββατίου’’ και έτσι αναφέρεται σε έγγραφα της εποχής. Για την παλιότερη ιστορία της Μονής δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία. Η παράδοση μιλά για πειρατικές επιδρομές, λόγω των οποίων οι μονάχοι από τα παραθαλάσσια μοναστήρια αποφάσισαν να εγκατασταθούν σε πιο ασφαλή περιοχή και ίδρυσαν τη Μονή Σαββαθιανών. Επί Ενετοκρατίας ήταν ονομαστό μοναστήρι. Και φαίνεται να κυριαρχούσε ανάμεσα σε πολλά μικρότερα μοναστικά κέντρα της ευρύτερης περιοχής. Πολλά απ΄ αυτά βρίσκονταν στην παράλια με πιο χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Μονής Αγίας Πελαγίας που βρισκόταν στον ομώνυμο σημερινό παραλιακό οικισμό. Η Αγια Πελαγία παρέμεινε για πολλούς αιώνες φημισμένο προσκύνημα και κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας γινόταν εκεί ένα από τα μεγαλύτερα πανηγύρια της Κρήτης. Ως Κέντρο της ορθόδοξης λατρείας και κοιτίδα της μοναστικής παράδοσης στην περιοχή θα πρέπει να θεωρείται ο σπηλαιώδης Ναός του Άγιου Αντωνίου που βρίσκεται πολύ κοντά στο μοναστήρι. Πιθανότατα να λειτουργούσαν στον ίδιο χώρο όχι ένα αλλά δυο μοναστήρια, το ένα με καθολικό το Ναό του Άγιου Αντωνίου και το άλλο με καθολικό το Ναό της Θεοτόκου.
Ο Ναός της Θεοτόκου είναι καθολικό και του σημερινού μοναστηριού. Ένα σύντομο μονοπάτι μήκους διακοσίων περίπου μέτρων χωρίζει τους δυο Ναούς. Παρεμβάλλεται ένας μικρός χείμαρρος, στις όχθες του οποίου υπάρχουν καρυδιές και αλλά δέντρα. Για να γίνει ευκολότερη η διάβαση και η επικοινωνία ανάμεσα στα δυο λατρευτικά κέντρα οι παλιοί μονάχοι κατασκεύασαν μια πέτρινη γέφυρα η οποία διασώζεται ακόμη μαζί με μια επιγραφή που αναφέρει τη χρονολογία 1596. Ανάμεσα στους Ηγούμενους της Μονής Σαββαθιανων ήταν και ο ονομαστός λόγιος της Ενετοκρατίας Μάξιμος Μαρνούνιος. Την εποχή εκείνη το μοναστήρι βρισκόταν σε ακμή, αλλά η τουρκική κατάκτηση (που ολοκληρώθηκε το1669) δημιούργησε ποικίλα προβλήματα. Η Μονή καταστράφηκε και ερημώθηκε, όπως ερημώθηκαν και όλα τα κοντινά μοναστήρια στα 22 χρόνια της πιο σκληρής πολιορκίας της ανθρώπινης ιστορίας, της πολιορκίας του σημερινού Ηρακλείου (1647-1669).Οι καλόγεροι των Σαββαθιανων πολέμησαν τον εισβολέα και συνελήφθησαν αιχμάλωτη για να αποσταλούν στην Αμερική ως δούλοι. Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια για να απελευθερωθούν ύστερα από ενέργειες του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Επέστρεψαν στο μοναστήρι τους αλλά το βρήκαν έρημο και η παρουσία του είχε διαρπαγεί από τους κατακτητές, όπως συνηθιζόταν. Κατέφυγαν στην τούρκικη δικαιοσύνη αλλά δεν δικαιώθηκαν. Ανοικοδόμησαν τα ερείπια και περιήλθαν στην κατοχή τους τα ερείπια των κοντινών μικρών μοναστηριών.
Ο σημερινός επισκέπτης μπορεί να δει ερείπια τέτοιων μοναστηριών μέσα στο γραφικό φαράγγι του Αλμυρού, που βρίσκεται κοντά στην πηγή του Αλμυρού , πριν ξεκινήσει να ανηφορίζει για τη Ρογδια και τη Μονή Σαββαθιανων. Η τραγική αυτή συγκυρία συντέλεσε στο να αντιμετωπίσει η Μονή για πολλούς αιώνες την έλλειψη χρημάτων και περιουσιακών στοιχείων. Αυτό, όμως, δεν πτόησε τους μοναχούς. Με σκληρή προσπάθεια κατάφεραν να ανασυγκροτήσουν το παλιό ιστορικό μοναστήρι. Τα οικονομικά προβλήματα συνεχίστηκαν και καθ’ όλη την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Στις επαναστάσεις του 1821 και του 1866 πήραν μέρος και οι μοναχοί των Σαββαθιανών. Ένας από τους πιο γενναίους ανταγωνιστές του 1866, μάλιστα ήταν διάκος στη Μονή, ο Ευμένιος Βουρεξάκης που σκοτώθηκε στη μάχη του Αλμυρού. Ο τάφος του βρίσκεται δίπλα στο Ναό της Θεοτόκου στα Σαββαθιανά μαζί με τον τάφο ενός άλλου σπουδαίου αγωνιστή, του Ηρακλή Κοκκινίδη. Στη Μονή Σαββαθιανών ζωγραφίστηκε πριν από το 1770 μια εικόνα μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας.
Η εικόνα ‘‘Μέγας ει Κύριε’’ που πανομοιότυπο της υπάρχει στη Μονή Τοπλού. Είναι έργα του ίδιου του ζωγράφου. Του Ιωάννη Κορνάρου. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια ήταν γνωστή μόνο η εικόνα του Τοπλού. Για την εικόνα των Σαββαθιανων υπήρχε η πληροφορία από παλιό χειρόγραφο, αλλά όλοι πίστευαν ότι έχει χαθεί. Το 1991 οι καλογριές παρέδωσαν στην αρχαιολογική υπηρεσία μιαν εικόνα κατάμαυρη και ξεφτισμένη από το χρόνο.
Ο προσεκτικός καθαρισμός της αποκάλυψε τμήματα της πολυπρόσωπης ωραίας εικόνας του Ιωάννη Κορνάρου! Μετά το 19 αιώνα ο αριθμός των μονάχων άρχισε να μειώνεται και μετά το 1945 εγκαταστάθηκαν εκεί καλογριές από γυναικεία Μονή της Πελοποννήσου. Οι καλογριές αντικατέστησαν τους γέροντες μοναχούς. Σήμερα η Μονή είναι Κοινοβιακή και έχει 25 μονάχες. Θαυμάσια έργα τους είναι τα ωραία ιερατικά άμφια, τα οποία κατασκευάζουν στους κρητικούς αργαλειούς όπως επίσης και αλλά κρητικά κεντήματα.
ΑΓΙΑ ΑΝΝΑ : Κοντά στην ορεινή περιοχή Κακάδι δυτικά έως βορειοδυτικά της Ροδιάς και νοτιοδυτικά της μονής Σαββατιανών βρίσκετε ένα ακόμη εκκλησιαστικό κτίσμα της Ενετοκρατίας στην περιφερικά του χωριού ο ναός της Αγ. Αννας. Η πλαγία του λόφου με τις πηγές και τα ρυάκια όπου είναι κτισμένος ο ναός έχει άμεση οπτική επαφή με τον Τίμιο Σταύρο στην κορυφή του Στρούμπουλα. Από την ίδια θέση παρέχετε η δυνατότητα πλήρους κατόπτευσης της νοτιοδυτικής εισόδου του φαραγγιού του Αλμυρού και των υψωμάτων που το περικλείουν.
Ο ναός είναι μονόχωρος καμαροσκεπής με ιδιαίτερα τονισμένο τον κατά μήκος άξονα, θύρα εισόδου στο νότιο τοίχο με λαξευτό περίθυρο και μικρό φωτιστικό παράθυρο με πώρινο οξυκόρυφο πλαίσιο στην ίδια πλευρά. Ο ναός της Αγίας Άννας αναφέρετε το 1356 σε συμβολαιογραφική πράξη του Αρχείου του Δούκα της Κρήτης και το 1635 στο Κατάστιχο των μοναστηριών του Χάνδακα ως << μετόχι με το ναό της Αγ. Άννας>>. Υπάγεται στα Σαββατιανά και ανακαινίστηκε πρόσφατα με την φροντίδα της μονής.
 
 
 
αρχική | σύλλογος| δραστηριότητες | περιοχή | εκδηλώσεις | χρήσιμες συνδέσεις | μέλη | βιβλίο επισκεπτών | επικοινωνία
copyright 2008 | allrights reserved | Hosted by dotCOM